Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012
Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012
Human Fly
Αυτο το ατελειωτο σπιραλ. Οι ανθρωποι που αφησαμε πισω και μας αφησανε πισω. Οι σιωπες που μπουκωνουν το μυαλο. Οι σχεσεις που μεταλλασσονται. Η μοναξια που μεγαλωνει.
Το μυαλο στεγνωνει. Ο χρονος απειλει. Μαθαινεις απο την αρχη να αγαπας. Μαθαινεις απο την αρχη να εισαι οποιος και να εισαι. Αλλαζει το προσωπο σου. Αλλαζει ο τροπος που μιλας, αγκαλιαζεις, φιλας. Δεν εχεις τι να πεις. Σε ποιον να μιλησεις ολα αυτα που σκεφτεσαι και δεν εχουν ονομα.
Ποτεπουθενα.
Κρατας το ιδιο ονομα. Μια μουρη που σου μοιαζει. Το γονιδιωμα που σε αποτελει. Μοιαζεις με καποια που καποτε υπηρξε κι ομως δεν ειναι εσυ. Δεν ειναι αυτη που εισαι σημερα. Θυμασαι τις μνημες της, αγαπας τις αγαπες της, κρατας το παρελθον της. Εισαι στα χναρια της και πιο πολυ τη συλλογιεσαι σαν μητερα, παρα σαν εαυτο. Σε αποτελει. Σε ζεσταινει η ανασα της πανω απο τα ματια σου. Ειναι μια ξενη ομως.
Μια ολοτελα ξενη.
Η Μαρια-Ηλεκτρα ειναι πια η Μαρια-Νεφελη. Ειναι τοσες πιθανοτητες. Ειναι τοσα αυριο και δεν ειναι τιποτα. Νιογεννο μωρο που ξανααναδιαμορφωνεται. Και νιωθει αυτη την αμηχανια απεναντι σε ολους που μαλλον καποτε γνωριζε. Γιατι της μιλανε σαν να γνωριζονται απο καιρο. Που καταλαβαινει τα αστεια τους πριν καν τα πουνε. Κι ομως δεν τους ξερει καθολου. Θελει να τους ξανασυστηθει γιατι η μορφη που της μοιαζει τοσο πολυ μεσα και εξω δεν ειναι πλεον εκεινη.
Και τοσο ταυτοχρονα της λειπουν ολα. Νοσταλγει. Κλαιει μερικες φορες απο μελαγχολια. Και την ιδια στιγμη ειναι καινουργια. Ολοκαινουργη βγαλμενη απο το κολλαρισμενο της κουτι ετοιμη να συναντησει τον κοσμο. Που δεν εχει ιδεα πως ειναι.
Αγαπα. Αγαπα.
Και περιμενει. Και ακουει μουσικη που κατι της θυμιζει, μα δεν θυμαται τα λογια. Καπου, καποτε ισως τα ονειρευτηκε.
Ενα ονειρο ηταν ολο.
Και ενα ονειρο ειναι και το απο δω και περα.
Το μυαλο στεγνωνει. Ο χρονος απειλει. Μαθαινεις απο την αρχη να αγαπας. Μαθαινεις απο την αρχη να εισαι οποιος και να εισαι. Αλλαζει το προσωπο σου. Αλλαζει ο τροπος που μιλας, αγκαλιαζεις, φιλας. Δεν εχεις τι να πεις. Σε ποιον να μιλησεις ολα αυτα που σκεφτεσαι και δεν εχουν ονομα.
Ποτεπουθενα.
Κρατας το ιδιο ονομα. Μια μουρη που σου μοιαζει. Το γονιδιωμα που σε αποτελει. Μοιαζεις με καποια που καποτε υπηρξε κι ομως δεν ειναι εσυ. Δεν ειναι αυτη που εισαι σημερα. Θυμασαι τις μνημες της, αγαπας τις αγαπες της, κρατας το παρελθον της. Εισαι στα χναρια της και πιο πολυ τη συλλογιεσαι σαν μητερα, παρα σαν εαυτο. Σε αποτελει. Σε ζεσταινει η ανασα της πανω απο τα ματια σου. Ειναι μια ξενη ομως.
Μια ολοτελα ξενη.
Η Μαρια-Ηλεκτρα ειναι πια η Μαρια-Νεφελη. Ειναι τοσες πιθανοτητες. Ειναι τοσα αυριο και δεν ειναι τιποτα. Νιογεννο μωρο που ξανααναδιαμορφωνεται. Και νιωθει αυτη την αμηχανια απεναντι σε ολους που μαλλον καποτε γνωριζε. Γιατι της μιλανε σαν να γνωριζονται απο καιρο. Που καταλαβαινει τα αστεια τους πριν καν τα πουνε. Κι ομως δεν τους ξερει καθολου. Θελει να τους ξανασυστηθει γιατι η μορφη που της μοιαζει τοσο πολυ μεσα και εξω δεν ειναι πλεον εκεινη.
Και τοσο ταυτοχρονα της λειπουν ολα. Νοσταλγει. Κλαιει μερικες φορες απο μελαγχολια. Και την ιδια στιγμη ειναι καινουργια. Ολοκαινουργη βγαλμενη απο το κολλαρισμενο της κουτι ετοιμη να συναντησει τον κοσμο. Που δεν εχει ιδεα πως ειναι.
Αγαπα. Αγαπα.
Και περιμενει. Και ακουει μουσικη που κατι της θυμιζει, μα δεν θυμαται τα λογια. Καπου, καποτε ισως τα ονειρευτηκε.
Ενα ονειρο ηταν ολο.
Και ενα ονειρο ειναι και το απο δω και περα.
Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011
saudade
οι πιο πολλοι λενε πως η γλωσσα ειναι πηγη παρεξηγησεων. πως η γλωσσα μπερδευει. πως η γλωσσα ειναι φτωχη. πως αλλο εννοω εγω κι αλλο εσυ. το μπορντω γω το λεω κοκκινο, εσυ μωβ. πολλοι λενε οτι τα συναισθηματα δεν υπαρχουν λεξεις να τα πουνε. μονο να περιγραψουνε τα συμπτωματα κι υστερα να τα βαφτισουμε ολα αυτα σε μια εννοια. κι υστερα απο τουτες τις μεγαλοστομες παραδοχες ερχεται μια λεξη απο το πουθενα και αντιλαμβανεσαι πως η βαβελ οντως υπηρξε. και οι μυθοι ειναι αληθεια. γιατι τα συναισθηματα ειναι παγκοσμια. η πιο παγκοσμια γλωσσα. περα και πανω και εξω απο ολες τις αλλες τεχνες. το αυτι, το ματι, η κουλτουρα σε μαθαινουν να αναγνωριζεις σε διαφορετικα ηδη τον πονο, τη χαρα ή τον ερωτα σου. την απωλεια και το πενθος. το θυμο και το ανομολογητο.
αν μοναχα μπορουσαμε να μιλουσαμε και να σκεφτομαστε σε ολες τις γλωσσες τοτε μοναχα αυτη η αποσταση αναμεσα στα λογια και τις αισθησεις θα γινοταν ενα. ολες οι προτασεις θα μικραιναν σε υψος και το βελος της εννοησης θα χτυπουσε το αλικο κεντρο. καθε φορα. ενα επιθετο. ενα ρημα. ενα ουσιαστικο. θα ειχαμε τη λιτοτητα του Χεμινγουεη και τη μαγια του Νερουντα και ολων των ποιητων. ενω τωρα, τωρα που το τρωτο μυαλο δεν χωραει καν να θυμαται ποσες λαλιες μιλουνται στον κοσμο, αυτον τον κοσμο τον μικρο, τον μεγα, αρκεισαι σε τυχαιες συναντησεις σκορπιων λεξεων. σπανιες, μα τοσο δυνατες.
κι ετσι καπως ερωτευτηκα μια λεξη. μηνες ψαχνω να βρω τι ειναι αυτο που μεταμορφωνομαι. τι προσωπο φορει αυτο που κυοφορω στην καρδια μου. και οπως συμβαινει με ολους τους μεγαλους κι αληθινους ερωτες η συναντηση εγινε εκει που δεν το περιμενα. σε μια εντελως ακαταλληλη στιγμη που σφιζω απο βαρεμαρα κλεισμενη μεσα στους τεσσερις τοιχους της δουλειας εδω και σαρανταοχτω ωρες. μιας δουλειας που ρουφα τα τελευταια ζωηρα κυτταρα της φαντασιας και της φαιας ουσιας μου. την ωρα που πιστευα οτι πασχω απο καλπαζουσα αλλοφροσυνη. απο εμμονες ανεκπληρωτες ή παντελως φαντασιακες. την ωρα που μου λειπει αυτο που δεν εχω. την ωρα που μισω αυτο που εχω ή αμφιβαλλω αν οντως τελικα το ειχα και ποτε. την ωρα που ζηλευω εκεινο που λατευω. και παει λεγοντας. δεν μπορω να το εξηγησω.
και να τη η λεξη μου. να την. τοσο ομορφη. τοσο υπεροχη. εχει τα δακρυα για φορεμα και τα χαμογελα για γιορντανια. εχει το παθος και την αγαπη και τη νοσταλγια και τη μελαγχολια και το φοβο και την απογνωση και την επιγνωση. εχει τα παντα. ειναι τελεια. και ειναι εγω.
Saudade λοιπον.
Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011
Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011
Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011
εκτος Τοπου και Χρονου
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Μ.Ν. Περπατώ
μες στ' αγκάθια
μες στα
σκοτεινά
σ' αυτά που 'ναι να γίνουν και στ' αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.
σ' αυτά που 'ναι να γίνουν και στ' αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.
Α.
Παντού την είδα.
Να κρατάει ένα
ποτήρι και να
κοιτάζει στο
κενό. Ν' ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο
δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα.
Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και
στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει
αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ' αν της μιλάς
ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που
μόνο αυτή τ' ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι-
χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και
δεν της πήρα τίποτα.
κενό. Ν' ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο
δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα.
Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και
στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει
αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ' αν της μιλάς
ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που
μόνο αυτή τ' ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι-
χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και
δεν της πήρα τίποτα.
Μ.Ν. Τίποτα
δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου 'λεγε
«θυμάσαι;» Τι
να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροε-
τοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν
το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύ-
ρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν -
ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά, φαίνεται, το
παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέ-
λος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και
τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...
να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροε-
τοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν
το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύ-
ρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν -
ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά, φαίνεται, το
παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέ-
λος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και
τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
